παραμυθια,,,,,, με κοκκινη κλωστη,,,,,, λαογραφια,,,,,, ηθη και εθιμα,,,,,, ταξιδια,,,,, και αλλα επιμορφωτικα,,,,,,,,
Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
Λυπούμαι...
"''Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Οτι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.'"
Σεφέρης.
Κυριακή 16 Μαρτίου 2008
Πάμε Λισσαβώνα

Σήμερα σκέφτηκα να πάμε μια βόλτα στη Λισσαβώνα και να κεράσω καφε πορτογαλικό σε ένα παλιό καφέ-στέκι διανοουμένων, όπως του εθνικού ποιητή Fernando Pesoa, με ιστορία 150 ετών, που σερβίρει ασταμάτητα καφέ με γάλα σε ποτήρι, galao στα πορτογαλικά και εξαιρετικά γλυκάκια (pasteois de nata). Στο Café Brasileira (Rua Garrett 120, Chiado).
Ενας πολύ όμορφος χώρος που μου άρεσε να πηγαίνω και γω να πίνω τον καφέ μου. Υπάρχουν τραπεζάκια που απλώνονται στον υπαίθριο χώρο, αλλά αν μπεις στα ενδώτερα του μαγαζιού , περνάς έναν αιώνα πίσω.
Έξω απο το cafe υπάρχει το μπρούντζινο άγαλμα
του Φερνάντο Πεσόα. Ακουμπάει το χέρι του σε ένα τραπεζάκι και δίπλα του μια κενή καρέκλα (τουριστική ατραξιόν) που κάθονται και φωτογραφίζονται μαζί του. Οσο και αν στην αρχή που το είδα γέλασα, δεν αντιστάθηκα και κάθησα και γω λίγο μαζι του να φωτογραφηθώ. Είναι μοναδική ευκαιρία.Πίνοντας τον καφέ μας μπορούμε να ακούσουμε και fados από την μοναδική Amália Rodrigues
Ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando António Nogueira de Seabra Pessoa) ήταν Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα.
Χάνει νωρίς τον πατέρα του. Γρήγορα η μητέρα του ξαναπαντρεύεται με έναν διπλωμάτη που διορίζεται στο Ντάρμπαν της Νότιας Αφρικής. Η οικογένεια τον ακολουθεί και έτσι ο Πεσσόα θα αρχίσει και θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην αγγλική γλώσσα και θα αποκτήσει μια στέρεη αγγλική λογοτεχνική παιδεία. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών επιστρέφει στη Λισαβώνα που δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Διαλέγει για επάγγελμα του συντάκτη-μεταφραστή και αναλαμβάνει την εμπορική αλληλογραφία μερικών οίκων της εμπορικής Κάτω Πόλης της Λισαβώνας, εργασία με πενιχρές αποδοχές, που όμως τον απαλλάσει από τις δεσμεύσεις του ωραρίου και του συγκεκριμένου χώρου.
Mένει πάντα στη Λισαβόνα με κοινωνική δραστηριότητα πολύ περιορισμένη, ερωτική ζωή σχεδόν ανύπαρκτη, μια μοναδική σχέση αισθηματική με την Ofelia Querioz, γραμματέα στην ίδια εταιρεία (σ.γ. κυκλοφορεί βιβλίο γράμματα στην Ofelia).
Το 1915 τα πορτογαλικά γράμματα θα σημαδευτούν από την κυκλοφορία του περιοδικού Ορφέας, που θα εισαγάγει τον <<μοντερνισμό>> στην πορτογαλική τέχνη (στην έκδοση του οποίου πρωτεργάτης είναι ο Φ. Πεσσόα) και κατά δεύτερο λόγο, από μια εντυπωσιακή ποιητική συλλογή του Αλβάρο Ντε Κάμπος. Είναι η στιγμή που γεννιέται ένα από τα καλύτερα Εγώ του Φ. Πεσσόα, ένας από τους καλύτερους <<ετερώνυμους >> του, όπως ο ίδιος τους ονομάζει.
‘Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.’
Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έργου του έχουν ανακαλύψει είκοσι επτά διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουν γραπτά του Πεσσόα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, από την εποχή της Νοτίου Αφρικής, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας σοφός που συνθέτει τα ποιήματά του αποτραβηγμένος στην εξοχή, ο Ρικάρντο Ρέις, φιλόλογος, που προσπαθεί να αναμετρηθεί με τους αρχαίους κλασικούς και ο Άλβαρο ντε Κάμπος, μηχανικός, με παιδεία αγγλοσαξονική, που στο έργο του υμνεί την τεχνολογία και την έλευση των μοντέρνων καιρών. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να μπορέσει όλη αυτή η παραγωγή να συγκεντρωθεί και να μελετηθεί ως έργο του Πεσσόα.
‘Ζωή είναι να είσαι άλλος’
Όταν το 1935 πέθανε διαλυμένος από το ποτό σε ηλικία 47 ετών, βρέθηκε στο σπίτι του ένα μπαούλο με 27.453 χειρόγραφα, από τα οποία ένα μεγάλο μέρος μένει ακόμη να μελετηθεί και να εκδοθεί, επιφυλάσσοντας ενδεχομένως και άλλες εκπλήξεις στους επιμελητές. Ο Πεσσόα πέθανε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, όμως ο πορτογαλικός λαός άργησε να αναγνωρίσει στα πολλά του πρόσωπα το συγγραφέα που εκφράζει τους πόθους του και τις αγωνίες του και να τον τιμήσει σαν τον εθνικό του ποιητή.
‘Μια μέρα ίσως καταλάβουν πως εκπλήρωσα, όπως κανείς άλλος, το εγγενές μου καθήκον να ερμηνεύσω ένα κομμάτι του αιώνα μας’
Ένας μέθυσος περιθωριακός, βλάσφημος, ακοινώνητος, μισογύνης, μανιοκαταθλιπτικός και εθνικιστής νάρκισσος ? Ή ένας ευαίσθητος, τρυφερός, ονειροπόλος, βαθιά σκεπτόμενος άνθρωπος και πάνω απ’όλα ένας μεγάλος ποιητής ? Όσο ζούσε, ούτε ο ίδιος θα ήξερε την απάντηση, πόσο μάλλον οι σύγχρονοι του..
‘Είμαι όλα αυτά και δεν είμαι τίποτα’ θα απαντούσε.
H ποίηση γι' αυτόν είναι η ίδια η ζωή του. Aλλά μια ζωή δικιά του θέλει να βλέπει: Mε τα μάτια τα δικά του. Πραγματικά: να ζει μόνος, χωρίς επιθυμίες, χωρίς φιλοδοξίες. Γιατί...
O άνεμος φυσάει χωρίς να το ξέρει
Tο λουλούδι ζει χωρίς να το ξέρει
Kι εγώ επίσης χωρίς να το ξέρω ζω
"...Bιβλίο της ανικανότητας για δράση και επαφή με τους ανθρώπους, βιβλίο της συνεχούς αυτοανάλυσης μέχρι κάποια στρώματα του είναι που ποτέ άλλοτε δεν είχαν φωτιστεί, βιβλίο μιας ζωής που δεν βιώνεται αλλά που γίνεται αντικείμενο ονείρου, μέσα σε ένα επινοημένο από τη φαντασία σύμπαν… Το βιβλίο της ανησυχίας...'
΄Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει΄
"Εγώ, τη μέρα, είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ"
'Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας'
"Ειμαι ένας άνθρωπος ανίκανος για δράση, αμήχανος μπροστά σε κάθε πρωτοβουλία ή κίνηση, αδέξιος στις κουβέντες μου με τους άλλους'
'Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ' ένα τεράστιο άγχος'
'Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.'
'Πίστη δεν αποκτάς με το νου'
'Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα' θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους'
'Η πρόστυχή μου ύπαρξη υποκρίνεται μπρος στη ζωή'
΄Δεν παραπονιέμαι για τη φρίκη της ζωής. Παραπονιέμαι για τη φρίκη της δικής μου ζωής.΄
"Η λαμπρότητα ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, με καταθλίβει μ' όλη του την ομορφιά. Μπροστά σ' ένα τέτοιο θέαμα πάντα λέω : πόσο ευχαριστημένος πρέπει να νιώθει ένας ευτιχισμένος άνθρωπος αντικρίζοντας αυτόν τον ήλιο"
'Ότι είναι αγωνία το βλέπω. Κι ότι είναι χαρά δεν το νιώθω'
'Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια'
'Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας'
'Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται'
'Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια'
"Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις"
'Απαλλαγείτε από το παιδαριώδες σφάλμα της αναζήτησης του νοήματος των πραγμάτων και των λέξεων. Τίποτα δεν έχει νόημα'
'Η ζωή μου φέρνει μια ακαθόριστη ναυτία κι η μετακίνηση μου την επιδεινώνει'
'Η μοναδική τραγωδία είναι η αδυναμία μας να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του'.
Εδώ βρήκα κάποια μεταφρασμένα έργα του στα Ελληνικά.
Τρίτη 11 Μαρτίου 2008
Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης - Ο. Ελύτης
Με κάλεσε ο κάβειρος και τον ευχαριστώ πολύ, να γράψω ένα αγαπημένο μου ποιήμα. Με προβλημάτισε γιατι έχω πολλά αγαπημένα ποιήματα , όπως και πολλούς αγαπημένους ποιητές. Τον Ελύτη όμως τον λατρεύω. Οι ποίηση του με ταξιδεύει, μου μυρίζει θάλασσα, κοχύλια, αμπέλια, ελιές. Και έτσι παραθέτω ένα ποιήμα του από τους Προσανατολισμούς με τίτλο:
Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης
Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσά του Αὐγούστου στὸν
μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις
ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ
Θεός.
Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ
ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα του
ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ
στήθια.
Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν
ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί
γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ
εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ
στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ
δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἕσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι
πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Σ' ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα
σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ' ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο
νερὸ
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ
κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται
ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ' ἀντηχεῖ τὸ
Αἰγαῖο.
(Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Και από μόνη μου θέλω να προσθέσω ένα τραγούδι του Ελύτη με τίτλο:
ΤΟ ΤΡΕΛΟΒΑΠΟΡΟ
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Με τη σειρά μου να καλέσω αν και εφ όσον θέλουν , να αναρτήσουν το αγαπημένο τους ποίημα, αρχίζοντας απο τον Πατ.Παναγιώτη, τον Σωτήρη, τον ζερο+, την φλώρα, την κικίτσα, την υφάντρα, την γωγώ, την freedula και όποιον-α άλλον-η θέλει να ποιηθεί.
(Η επιλογή έγινε τυχαία και με κλήρωση)-(Αν κάτσω να γράψω όλη τη λίστα μου θα τελειώσω σε 3 μέρες)
Τρίτη 4 Μαρτίου 2008
Ποιήμα του Νικόλα
Αχθοφόρος στα μυστικά παλάτια σου
να κουβαλάω το φως από τα μάτια σου.
Πουλί που μάζεψε ένα σπυρί πεσμένο
και σπίτι του γυρίζει ευτυχισμένο.
Στα δάση των βλεφάρων σου αχτίδα
του ονείρου σου η πιο κρυφή ελπίδα,
απ΄της καρδιάς σου τον ήλιο ανασαίνω
πνοή σα βέλος, το σώμα σου ανασταίνω.
Aφιερωμένο απο τον Νικόλα τον Ανεμοσκορπισμένο γιατί τον κατηγόρησα ότι αυτός με τις αναρτήσεις του φταίει που έγινα "χάλια".
Σ ευχαριστώ φίλε Νικόλα. Πολύ όμορφο και συγκινητικό.




