Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές ζωής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στιγμές ζωής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Το καλοκαίρι εκείνο...(β΄)


Μα κάνεις δεν καταλαβαίνει ότι δεν πήγε εκεί παρά μόνον για Εκείνον? Γιατί την ενοχλούν με χαζοκαμακια? Δεν θέλει να χορέψει με κανέναν. Δεν θέλει να της μιλάει κανένας. Περιμένει αυτόν. Τι ώρα να είναι. Ας μην το γρουσουζέψει ότι δεν θα έρθει. Θα έρθει, αλλά αργότερα. Μπορεί να πήγε να παίξει μπιλιάρδο με τους φίλους του πρώτα και μετά να τους πει : Παίδες έχω να πάω και σε ένα πάρτι.
Θέλει να έρθει...
12 χρόνια...μετά.
11 το βράδυ και είναι ακόμα στο γραφείο της. Ετοιμάζεται να φύγει και το τηλέφωνο χτυπάει . Το κυττάει ξυνίζοντας τα μούτρα. Ποιός είναι τέτοια ώρα ? Είναι ψόφια στην κούραση και το μόνο που ονειρεύεται είναι ένα χαλαρωτικό μπάνιο και μετά κατευθείαν στον κρεβάτι.
Μόνο την φωνή που θα ακούσει δεν είχε ονειρευτεί για εκείνο το βράδυ.
- Παρακαλω.
- Καλησπέρα.
- ....
- Μάνια.
- ....
- Ναι?? Μάνια μ ακούς?
- .... ε.... Γιαννη???????.....
- Ναι.
- Γιάννη εσυ?
- Ναι (γελιο) δεν περιμενες να μ ακουσεις. Σωστά?
- ... ε.... Αφωνία. Ηχοι που δεν σχημάτιζαν όμως λέξεις.
Ηξερε για την αφωνία, αλλά είχε διαπιστώσει ότι την πάθαινε όταν έβλεπε κατσαρίδα, από τον φόβο. Τώρα? Από τι την έπαθε?
Συναισθηματα-επικρατούσες καταστάσεις-σκέψεις:
έκπληξη, χαρά, απρόσμενο, περίεργο, μοναδικό, να λιποθημήσει τώρα ή να το αφήσει για μετά? Το χέρι έτρεμε, το ακουστικό παρά λίγο να της πέσει κάτω. Τέτοιες στιγμές είναι σπάνιες! Δεν τις ζούμε και κάθε μέρα. Δεν μπορει... Αλλα , ναι αυτός είναι. Και μέτα από 112 χρόνια να άκουγε την φωνή του θα την αναγνώριζε. Μπορεί και μετά από 1012.
Αστραπιαίες σκέψεις. Πως βρήκε το τηλέφωνό της? Πού είναι? Εδώ και χρόνια ήταν στο εξωτερικό και σπούδαζε, θα έχει σίγουρα τελειώσει.
Είναι "έξω" ή είναι Ελλάδα?
Και μετά θυμήθηκε. Ενας κοινός φίλος υπήρχε , που κατά καιρούς όταν τον έβλεπε και τον ρώταγε τί κάνει, αυτός της έλεγε τα νέα του Γιάννη. Ηξερε. Ηταν ο μόνος κρίκος που είχε μείνει. Πριν κάτι μήνες της είχε πει ότι ο Γιάννης είναι Ελλάδα, ήρθε να υπηρετήσει τη θητεία του.
Τώρα το θυμήθηκε.
Επανέρχεται.
- Γιάννη?
- Ναι.
- Τι κάνεις? (Ηλίθια ερώτηση, σαν να είχαν να μιλήσουν καμμία βδομάδα, άντε μήνα και όχι 12 ολόκληρα χρόνια).
- Καλά . Εσύ?
Εκδηλη η αμηχανία και στους δύο.
Και τότε της ήρθε στο μυαλο εκείνο το πάρτυ, που τον περίμενε όλο το βράδυ και δεν ήρθε τελικά.
Μα να τον ρωτήσει τώρα γιατί δεν είχε πάει τότε? Σιγά να μην θυμάται αυτός για πιο πάρτυ λέει. Να του πει ότι τον περίμενε όλο το βράδυ?
Οχι. Δεν θα θυμαται. Αυτή μόνον θυμάται εκείνο το βράδυ. Εκείνο το Καλοκαίρι. Που ο δίσκος θα την στοιχειώνει για μια ζωή και κάθε που θα τον ακούει θα κυλάει και ένα δάκρυ.
Πού είχε μάθει ότι ήταν στο Κ.Α.Τ. για μηνίσκο στο γόνατο και ενώ δεν ήξερε που είναι το Κ.Α.Τ. ήθελε να σπάσει το πόδι της για να είναι μαζί του. Η είχε σκεφτεί να πάρει 4 μαζεμένες ασπιρίνες για να την πάνε στο Κ.Α.Τ. για πλύση στομάχου. Τα θυμάται τώρα και γελάει. Τί αθώος που είναι ο παιδικός έρωτας! Τί όμορφος! Και πόσο πονάει τις άμαθες καρδούλες.

- Μάνια μ΄ακούς?
_ Ναι Γιάννη μου σ ακούω.
- Τι ώρα θα φύγεις?
_ Τώρα.
- Θέλεις να πάμε για ένα ποτό , να τα πούμε?
Μα τι την ρωτάει? Αν θέλει? Αν θέλει να τον δει, να βγούνε, αν θέλει να τα πούνε? Μα, τόσα χρόνια, αυτή τη στιγμή περίμενε. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Νομίζει ότι η καρδιά της θα σπάσει. Νομίζει ότι τέτοια χαρά δεν θα την αντέξει.
Δεν απαντάει και την ξαναρωτάει.
- Εχεις κανονίσει κάτι γι απόψε? Αν είναι κανονίζουμε άλλη μέρα.
Θεέ μου, τι της λέει? Και με τον Πάπα της Ρώμης να είχε κανονίσει, θα το ξεκανόνιζε.
- Οχι, Γιάννη, σπίτι θα πήγαινα. Δεν έχω κανονίσει κάτι. Μπορούμε να πάμε για ένα ποτο. Πού είσαι?
- Κάτω από το γραφείο σου.
Δεν περίμενε τίποτα άλλο. Εκλεισε το τηλέφωνο, άρπαξε την τσάντα της, κλείδωσε και κατέβηκε 5 ορόφους με τα πόδια γιατί τα ασανσέρ σε τέτοιες περιπτώσεις αργούν να έρθουν. Ασε που μπορεί και να χαλάσουν και να κλειστεί και μέσα.
Βγαίνει έξω και ..... τον βλέπει.
Είναι εκεί μπροστά της με αυτό το χαμόγελο που είχε λατρέψει, με αυτό το βαθύ βλέμμα που θα μπορούσε την υπόλοιπη ζωή της να χαθεί μέσα του, με αυτή την άνετη στάση που την θυμάται από τότε στα 16 του. Μόνο λίγο πιο μεγάλος. Αντρας πια, τότε ήταν παιδάκι.
Δεν μπορεί να μιλήσει . Πέφτει στην αγκαλία του. Τον σφίγγει και αρχίζει να κλαίει. Στην αρχή αθόρυβα και μετά με αναφιλητά.
Αυτός δεν καταλαβαίνει. Την απομακρύνει λίγο, την κυττάει στα μάτια και την ρωτάει, τι συμβαίνει.
Από χαρά του λέει. Και εγώ χάρηκα που σε είδα, της λέει, και της σκουπίζει με το χέρι του τα δάκρυα. Την φιλάει απαλά.
Νομίζει ότι θα λιποθυμήσει. Αυτό θέλει να μην τελειώσει ποτέ. Να σταματήσει εδώ τον χρόνο. Να μείνει για πάντα.

..... Από αυτή την βραδυά δεν θυμάται τίποτα άλλο. Λες και σβύστηκε αυτό το κομμάτι της μνήμης. Και λυπάται, γιατί θα ήθελε να θυμάται κάθε μικρή στιγμούλα.
Αλλά μετά από αυτή την πρώτη βραδυά εγιναν τόσα πολλά και τόσα έντονα , που φυσικό είναι να μην θυμάται και κάποια πράγματα.
Ηταν ο πρώτος της έρωτας. Το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς της στα 14 της χρόνια . Τότε που τον έβλεπε και έννοιωθε μια λιγομάρα. Ένα σφίξιμο στο στομάχι. Πού επικρατούσε αυτός σε όλο το κάδρο και τα πάντα γύρω του ήταν φλού, ανετάριστα. Πού η καρδιά της έκανε καθαρό ζουμ πάνω του και δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω του.

Πηγή : ...Απ το βιβλίο της Ζωης...



Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Το καλοκαίρι εκείνο....



Το καλοκαίρι εκείνο.
Γλυκόπικρες οι θύμησες από την παιδική ηλικία, από τον πρώτο της έρωτα.
Από εκείνον.

Τον γνώρισε ένα απόγευμα στο φροντιστήριο . Ήταν 14 και αυτός 16. Παιδιά ακόμα.
Ήταν ο πρώτος της έρωτας. Όταν τον είδε ένοιωσε κάτι πεταλούδες στο στομάχι να πάνε πέρα δώθε. Κάτι καμπάνες που είχε ακούσει ότι ακούς να χτυπάν , δεν τις άκουσε. Για πεταλούδες δεν είχε ιδέα.





Τον έβλεπε στο δρόμο για το σχολείο. Το δρομολόγιο που έκανε ήταν εντελώς αντίθετα από το δρόμο που έπρεπε να παίρνει για το σπίτι της. Κάθε μέρα ήθελε να τον βλέπει για να ζει με την εικόνα του μέχρι την επομένη.
Τα σχολεία έκλεισαν. Τώρα? Είχε ένα τηλέφωνο του , αλλά ντρεπόταν να τον πάρει. Και να του πει τι?

Το πάρτι γινόταν στην ταράτσα της φίλης της.Καλύτερη ευκαιρία δεν θα μπορούσε να έχει για να τον πάρει τηλέφωνο.
Τον πήρε και τον κάλεσε. Της είπε, δεν ξέρω , θα δω, αν μπορέσω θα έρθω, θα προσπαθήσω.

Από το μεσημέρι άρχιζε να ετοιμάζεται. Τι να φορέσει, πως να φτιάξει τα μαλλιά της. Θα έρθει εκείνος? Θα κρατούσε το πρώτο μπλουζ γι αυτόν. Όχι μόνο το πρώτο, όλα γι αυτόν. Οι ώρες ατέλειωτες μέχρι να βραδιάσει. Λες και οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει. Αυτό ήταν άδικο. Θα ερχόταν? Έπρεπε να έρθει.
Πήγε στο πάρτι από τις πρώτες, για να βοηθήσει , τάχα, την φίλη της. Το βλέμμα της ήταν κολλημένο συνέχεια στην πόρτα της ταράτσας.

Άρχισαν να έρχονται τα πρώτα παιδιά. Σιγά μην ερχόταν, από τους πρώτους. Αργά θα ερχόταν, αν ερχόταν. Να κάνει αισθητή την παρουσία του. Σαν να τον έβλεπε να μπαίνει. Με αυτό το νωχελικό βάδισμα που την τρέλαινε. Με αυτό το βαθύ βλέμμα που της είχε πάρει το μυαλό. Με αυτά τα μάτια που είχε ερωτευτεί. Τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει.

Η μουσική άρχισε. Ο δίσκος έπαιζε το Καλοκαίρι εκείνο. Κάποιος πήγε να την ζητήσει να χορέψουν. Όχι ακόμα, του είπε. Περίμενε εκείνον. Είχε πει ότι ήθελε τον πρώτο χορό να του τον χαρίσει. Να σφιχτεί στην αγκαλιά του και να παρακαλέσει να μην τελειώσει ποτέ το τραγούδι. Μα δεν φαίνεται ότι κάποιον περιμένει?

Επόμενο μπλουζ Ένα πρωινό η Παναγιά μου, θα έρθει να με βρει στην ακρογιαλιά. Ο δίσκος του Σπανού ήταν ότι έπρεπε για το πάρτι.
Η νύχτα μελωμένη. Το ποτήρι με βερμούτ . Δεν έπρεπε να πιει πολύ γιατί θα την ζάλιζε. Ηθελε να είναι στα καλά της όταν ερχόταν εκείνος. Και εκεί που το μυαλό της ήταν μακριά από το πάρτι ακούει τη φίλη της να λέει : Ο Γιάννης. Της κόπηκε η ανάσα. Σφίχτηκε το στομάχι της.
Ήρθε! Γύρισε να τον δει και το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της.
Ήταν άλλος Γιάννης. Ένας από την παρέα. Άσχετος. Όχι εκείνος. Ο ωραίος της παρέας. Για τις άλλες , όχι για εκείνη. Η καρέκλα διπλά της ήταν άδεια. Πήγε καρφί και κάθισε για να της πιάσει την κουβέντα. Η φίλη της τσακίστηκε να του φέρει ποτό. Τον κοιτούσε και λίγωνε.
Αυτή τον βαριόταν.
- Που χάθηκες εσύ κουκλίτσα? Έτσι είπαμε?
Και αλλά τέτοια ανούσια , χαζά , που λένε όλοι.
Έπρεπε να πει κάτι.
- Ναι χάθηκα, μωρέ. Δεν με πολυ-αφήνουν και οι δικοί μου να βγαίνω. Έχω και μια παρέα στην Κυψέλη και πάω για μπόουλινγκ και για καφέ στη Φωκίωνος. Είχα πάει και λίγες μέρες στη γιαγιά μου στο χωριό… Αυταααα.
- Χορεύουμε? Ξέρεις για σένα ήρθα απόψε.
- Εεεε όχι ακόμα, σε λίγο, δεν έχω όρεξη ακόμα για χορό… Κάνει και ζέστη… Να δροσίσει και μετά…
Η φίλη της λιγωμένη μια της έκλεινε το μάτι, μια κοκκίνιζε και πρασίνιζε που δεν ζητούσε εκείνη για χορό. Προσπάθειες να το παίξει άνετη.
Μα κάνεις δεν καταλαβαίνει ότι δεν πήγε εκεί παρά μόνον για Εκείνον? Γιατί την ενοχλούν με χαζοκαμακια? Δεν θέλει να χορέψει με κανέναν. Δεν θέλει να της μιλάει κανένας. Περιμένει αυτόν. Τι ώρα να είναι. Ας μην το γρουσουζέψει ότι δεν θα έρθει. Θα έρθει, αλλά αργότερα. Μπορεί να πήγε να παίξει μπιλιάρδο με τους φίλους του πρώτα και μετά να τους πει : Παίδες έχω να πάω και σε ένα πάρτι.
Θέλει να έρθει...


Πηγή: ..απ το βιβλίο της ζωής...