παραμυθια,,,,,, με κοκκινη κλωστη,,,,,, λαογραφια,,,,,, ηθη και εθιμα,,,,,, ταξιδια,,,,, και αλλα επιμορφωτικα,,,,,,,,

Σαν σήμερα... το 1903... πεθαίνει ο Γάλλος ζωγράφος Πολ Γκογκέν (Paul Gauguin) σε ηλικία 55 ετών στα νησιά Μαρκέζας της Γαλλικής Πολυνησίας.
Και επειδή είναι από τους αγαπημένους μου ζωγράφους και επειδή το τελευταίο διάστημα κάνω χρωματοθεραπεία και μου έχει κάνει πολύ καλό και επειδή οι πίνακές του ξεχειλίζουν από χρώματα , είπα να κάνω ένα αφιέρωμα.
Κορυφαίος Γάλλος ζωγράφος (7 Ιουνίου, 1848, Παρίσι - 8 Μαΐου, 1903, Ατουάνα, Ίβα Όα, νησιά Μαρκέσας, Γαλλική Πολυνησία). Από τους μεγαλύτερους αναμορφωτές της μοντέρνας ζωγραφικής με ευρύτατη επίδραση σε πολλά πρωτοποριακά ρεύματα του 20ου αιώνα.
Γιος Γάλλου δημοσιογράφου και Περουβιανής μητέρας, μεγάλωσε στην Λίμα του Περού, κατατάχθηκε στο εμπορικό ναυτικό το 1865 και το 1872 άρχισε επιτυχημένη σταδιοδρομία ως χρηματιστής στο Παρίσι.
Άρχισε κάπως αργά να ζωγραφίζει, μετά τα εικοσιπέντε του χρόνια. Την εποχή αυτή εργαζόταν στο χρηματιστηριακό γραφείο Μπερντέν, ενδιαφερόταν για την τέχνη, σύχναζε στις εκθέσεις, γνώρισε τον Σεζάν
και
τον Πισσαρό
και είχε αγοράσει μερικούς πίνακές τους. Ξόδεψε περίπου 17000 Φράνκα σε έργα των Μανέ,
Κλωντ Μονέ
και Σισλέ.
Το 1873 παντρεύτηκε τη Μέττε Σοφίε Γκάντ, Δανέζα από καλή αστική οικογένεια, και απέκτησε πέντε παιδιά. Ήταν ευκατάστατος, ζούσε ομαλά - φαινομενικά τουλάχιστον - χωρίς προβλήματα και ιδιαίτερες εσωτερικές ανησυχίες.
Άρχισε να ζωγραφίζει από το 1874 και αργότερα να λαβαίνει μέρος στις εκθέσεις των ιμπρεσιονιστών. Αλλά τον Ιανουάριο του 1833, ξαφνικά και εντελώς ανειδοποίητα, εγκατέλειψε την εργασία του για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη ζωγραφική. Τις στερήσεις και τις απογοητεύσεις ακολούθησε το διαζύγιο από τη σύζυγο του.
Το 1886 συμμετέχει ξανά στην έκθεση των ιμπρεσιονιστών. Την ίδια χρονιά στο Πόντ Αβέν της Βρετάνης, συνδέθηκε με φιλία με τον Εμίλ Μπερνάρ, μέτριο ζωγράφο, αλλά καλλιεργημένο πνεύμα που με τις θεωρίες του για την τέχνη άσκησε σημαντική επίδραση στις ιδέες του Γκογκέν. Την ίδια εποχή συνδέθηκε με αδελφική φιλία με το Βαν Γκογκ.
www.notis-artglass.gr/forum/viewtopic.php?t=88
Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε τον Βαν Γκογκ στην Αρλ αλλά αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει μετά την εκδήλωση της τρέλας του.
Η λαχτάρα των μακρινών ταξιδιών και η πρωτόγονη φύση του τον έκαναν να πουλήσει σε δημοπρασία τριάντα απ' τα έργα του, να συγκεντρώσει ένα ποσό και να φύγει για την Ταϊτή το 1891. Εκεί τον γοητεύουν οι κάτοικοί της και τον εμπνέουν για τα ωραιότερα έργα του. Η φτώχεια όμως και η σύγκρουσή του με τις τοπικές αρχές τον κάνουν μετά από 2 χρόνια να ξαναγυρίσει στη Γαλλία. Το 1895 όμως ξαναφεύγει για τα νησιά του Ειρηνικού. Στην αρχή μένει στην Ταϊτή και ύστερα στην Ατουάνα, μια από τις Μαρκέζες, στον νοτιοδυτικό Ειρηνικό, χωρίς να ξαναγυρίσει ποτέ στην πατρίδα του. Εκεί πέθανε πενηνταπέντε χρονών, μέσα σε μεγάλη φτώχεια και αθλιότητα, απελπισμένος και μόνος.
Η απόδραση του στα νησιά του Ειρηνικού αντιπροσώπευε την ανάγκη να αναζητήσει στην πρωτόγονη και στατική ζωή των ιθαγενών και στο μεγαλείο μιας φύσης σχεδόν παρθένας, την απελευθέρωση του από κάθε εφήμερο και συμβατικό δεσμό
και την ολοκλήρωση του μέσα στις προαιώνιες αξίες της ψυχής και της τέχνης.
Η ιδιοσυγκρασία του είχε πολύ νωρίτερα εκδηλωθεί στην τέχνη του, από την εποχή της δεύτερης διαμονής του στο Ποντ Αβέν το 1888, όταν με την επίδραση και του Εμίλ Μπερνάρ, Emile Bernard (Solitude -λιθογραφια)
, άρχισε να αποσκιρτά από την ιμπρεσσιονιστική ζωγραφική και να κατευθύνεται προς νέες "συνθετικές" έρευνες. Στην εποχή αυτή ανήκουν
το "Όραμα μετά το κήρυγμα"
(1888, Εθνική Πινακοθήκη Σκοτίας),
ο περίφημος "Κίτρινος Χριστός"
(1889, Νέα Υόρκη Albright Art Gallery),
η "Αυτοπροσωπογραφία με τον κίτρινο Χριστό"
(1890) κ.α.
Ο Γκογκέν απομακρύνθηκε απ' τους ιμπρεσιονιστές στη χρησιμοποίηση των χρωμάτων και στην εκλογή των θεμάτων του. Περιφρονούσε τις μικροσκοπικές χρωματικές κηλίδες τους και σκέπαζε μεγάλες επιφάνειες των πινάκων του με καθαρό και έντονο χρώμα. Παρόλο που δεχόταν το ιμπρεσιονιστικό "πιστεύω" ότι οι σκιές δεν είναι γκρίζες, αλλά ένας συνδυασμός χρωμάτων, τις ζωγραφίζει μ' ένα μπλε ή κόκκινο μονοκόμματο, σύμφωνα με τις παρορμήσεις της φαντασίας του αντί να επιδιώξει να δείξει την αντανάκλαση του χρώματος του αντικειμένου.
Στην ατμοσφαιρική αστάθεια της ιμπρεσσιονιστικής ζωγραφικής και στην προγραμματική φευγαλέα και αναλυτική τεχνική της, ο Γκογκέν αντιτάσσει τη σταθερή τάξη των καθαρών χρωματικών ζωνών οροθετημένων από μαύρα περιγράμματα που θυμίζουν την "περίκλειστη" κατασκευή των γοτθικών υαλογραφημάτων.
Τ' αφύσικα χρώματα των τοπίων του Γκογκέν προέρχονται κατά ένα μέρος από μια αυθαίρετη ερμηνεία της φύσης, που καταλήγει να παίζει έναν καθαρά διακοσμητικό ρόλο. Ζωγραφίζει τις φιγούρες με καθαρά περιγράμματα, σε μορφές πλατυσμένες και ελαφρά στρεβλωμένες, τετράγωνες και ποζάτες. Οι Ταϊτινοί του, άνδρες και γυναίκες, δίνονται με συμβολικό μάλλον παρά με ρεαλιστικό τρόπο. Είναι θαυμάσιος εκτελεστής, δυνατός και σταθερός που απλοποιεί τις μορφές και τις συλλαμβάνει στις μεγάλες γραμμές τους
Η ζωγραφική του Γκογκέν είναι σοβαρή και επιβλητική, δισδιάστατη και μετωπική σαν τις μνημειακές Αιγυπτιακές τοιχογραφίες, χωρίς προοπτικά τεχνάσματα και πλασμούς, γεμάτη σύμβολα και αφαιρέσεις, θεμελιωμένη στα καθαρά και επίπεδα χρώματα και στη συνθετική πλοκή των γραμμών. Αυτά τα στοιχεία, αλλά προ παντός οι πολυάριθμες ξυλογραφίες του Γκογκέν
(Auti Te Pape),
είχαν βαθιά επίδραση και στους πρώτους εξπρεσιονιστές . Οι επιστολές και τα κείμενα του, κυρίως το "Νοά-Νοά"
και το "Πριν και Μετά (Avant et Apres)", αποκαλύπτουν τον μόχθο που κατέβαλε σε όλη του τη ζωή θέλοντας με τα εκφραστικά μέσα της εποχής του να δώσει στα έργα του ένα νόημα αιώνιο και συνάμα σύγχρονο.
Στην εξωτική φύση της Πολυνησίας δημιούργησε μια ζωγραφική γεμάτη πληρότητα και πλαστικότητα, με ύφος ξεχωριστό και δυνατό. Οι προσωπογραφίες του μαζί με τις "Γυναίκες της Ταϊτής",
(1891, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι)
το "Χαίρε Μαρία",
(1891, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο)
την "Ταϊτινή με φρούτο",
"Nave Nave Moe",
"Το χρυσάφι του σώματός τους"
και το "Ποτέ πια",
(1897), θεωρούνται από τα καλύτερα έργα του.
Η μοναξιά και ο προβληματισμός του τον οδήγησαν στην κορυφαία σύνθεσή του
"Από πού ερχόμαστε; Ποιοι είμαστε; Που πάμε;"
(1897, Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών).
Η ζωγραφική του Γκογκέν αποτελεί σταθμό στην ιστορία της τέχνης και δίνει τα πρώτα κίνητρα πειραματισμού πάνω στις μεταγενέστερες τεχνοτροπίες, όπως είναι ο φοβισμός και αργότερα η αφηρημένη τέχνη. Είναι καθαρή και σταθερή, με απαλές γραμμές και δυνατούς φωτισμούς, γεμάτη σύμβολα****** και μηνύματα.Στο έργο του "Νόα - Νόα" φαίνεται όλη η προσπάθεια που κατέβαλε για να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα.
Στα κυριότερα έργα του συγκαταλέγονται ακόμη: "Αυτοπροσωπογραφία"
(1893-94, Μουσείο Ορσέ, Παρίσι), "Αγορά",
(1892, Βασιλεία, Μουσείο Καλών Τεχνών) "Βαρβαρικά Ποιήματα" (1896, Κέιμπριτζ Μασαχουσέτης, The Fogg Art Museum). *****Bλ. κινήσεις των χεριών στον πίνακα.
Δεν θυμίζει αιγυπτιακό ανάγλυφο?
ρίξτε μια ματιά εδω : http://www.abcgallery.com/G/gauguin/gauguin.html και εδω : www.paulvanrensburg.com/gauguin.html